Εισπνοή εκπνοή, εισπνοή
εκπνοή, εισπνοή εκπνοή.
Αν συγκεντρωθώ στην
ανάσα μου, αν καταφέρω να ξεχάσω όλα τα υπόλοιπα, θα τα καταφέρω. Όχι, δεν θα
πεθάνω. Ούτε αυτή τη φορά. Ο πόνος στην καρδιά, οξύς. Χτυπάει πίσω, στην πλάτη.
Απλώνεται ύπουλα σε όλο το θώρακα. Ακούω την καρδιά μου να σφυροκοπά. Και για
λίγο, σα να σταματά να χτυπά.
Νιώθω το αίμα να περνάει από τα μηνίγγια μου
και να ανεβαίνει στον εγκέφαλο. Το ακούω και αυτό. Αυτή την ικανότητα την
απέκτησα πρόσφατα, εδώ και περίπου ένα χρόνο, μεταξύ lockdown 1 και καραντίνας. Ακούω το αίμα να κυκλοφορεί μέσα στο κεφάλι μου. Όλα
βρίσκονται σε εγρήγορση.
Στοιχηματίζω αν θα πάθω εγκεφαλικό η έμφραγμα. Όχι, η
ανεπαρκής βαλβίδα στην καρδιά μου, δεν έχει φράξει. Αφού στέλνει αίμα στον
κεφάλι... Άρα εγκεφαλικό. Απλά θα σκάσει το κεφάλι μου. Ο πονοκέφαλος κι αυτός
οξύς. Αλλά αυτό είναι σύνηθες. Έχω πονοκεφάλους από την εφηβεία, έχω μάθει να
ζω με αυτούς.
Και τότε, αρχίζει η
δύσπνοια. Δε μπορώ να αναπνεύσω. Κάποιος κάθεται πάνω στο στήθος μου και φράζει
την ανάσα μου. Αν μπορούσα να συγκεντρωθώ…
Εισπνοή εκπνοή, εισπνοή εκπνοή, εισπνοή εκπνοή.
Δεν μπορώ.
Μου έρχονται κλάματα.
Αυτό μάλλον επιδεινώνει την κατάσταση. Ο πονοκέφαλος γίνεται ανελέητος. Η
καρδιά μου κοντεύει να σπάσει (ή μήπως σταμάτησε -μπα δεν μπορεί-). Η δύσπνοια
μου φέρνει παράκρουση βήχα.
Τώρα ναι, μάλλον θα
πεθάνω.
Σκέφτομαι να βγω στο
μπαλκόνι. Εκεί ίσως μπορέσω να πάρω λίγο αέρα. Όχι, ζαλίζομαι. Τα πόδια μου
είναι κομμένα. Δεν τα αισθάνομαι καθόλου. Στέκομαι κουλουριασμένη ανάμεσα στα
γόνατα. Την ανάσα την έχω χάσει προ πολλού. Το ρυθμό της δεν τον ορίζω. Αλλά
αναπνέω, σωστά; Δεν ξέρω. Βήχω, κλαίω, πονάω. Πονάω παντού.
Θέλω αυτό να τελειώσει.
Κλείνω τα μάτια και ανάμεσα σε αναφιλητά, εύχομαι να τελειώσει. Με οποιοδήποτε
κατάληξη. Ανοίγω τα μάτια, και βλέπω θολά. Σαν να φοράω γυαλιά με μεγάλο δείκτη
πρεσβυωπίας, μόνο που πρεσβυωπία δεν έχω. Ούτε γυαλιά. Δε διακρίνω παραστάσεις,
τα γνώριμα αντικείμενα του σπιτιού. Δεν μπορώ να σηκωθώ. Και ο πόνος
συνεχίζεται. Η δύσπνοια και η κυκλοφορία του αίματος στα μηνίγγια.
Κάνω μια ύστατη
προσπάθεια να συγκεντρωθώ στην αναπνοή.
Εισπνοή εκπνοή, εισπνοή
εκπνοή, εισπνοή εκπνοή.
Θέλω να τηλεφωνήσω σε
κάποιον και να ζητήσω βοήθεια. Δεν μπορώ να δω. Δεν αναγνωρίζω γράμματα και
αριθμούς, και αυτό το φως από την οθόνη του κινητού, σαν να με τυφλώνει.
Άστο. Θα το διαχειριστώ
μόνη. Ή θα πεθάνω μόνη.
Η κατάσταση μετά από
περίπου ένα μισάωρο μοιάζει σχεδόν φυσιολογική. Ο πονοκέφαλος συνεχίζεται, αλλά
αυτό αποτελεί ρουτίνα. Η ανησυχία έχει ωστόσο εδραιωθεί. Σίγουρα κάτι έχω.
Δεν μπορεί να ήταν άλλη μια κρίση πανικού. Σίγουρα υπάρχει κάποια παθογένεια.
Όταν όλο αυτό (κορωνοϊός, lockdown κ.λπ.) τελειώσει, πρέπει να πάω για εξετάσεις.
Καλά τα ψυχολογικά, αλλά κάτι έχω.
Ναι, είμαι Ψυχολόγος.
Αλλά αυτό δεν αρκεί. Δεν με βοηθάει να το αντιμετωπίσω. Η σωματοποίηση όλων των
συναισθημάτων μου, χρήζει ιατρικής προσέγγισης.
Κάποτε, στα 20-25, όταν
ένιωθα έτσι -γιατί και τότε πάθαινα κρίσεις πανικού- έπαιρνα τους δρόμους.
Έβαζα τα ακουστικά μου με μουσική της επιλογής μου, και έβγαινα έξω, ότι ώρα κι
αν ήταν. Περπατούσα χιλιόμετρα. Έχω βρεθεί στην άλλη άκρη της πόλης χωρίς καν
να το καταλάβω.
Τώρα αυτό δεν είναι
εφικτό. Λίγο η μητρότητα, λίγο η απαγόρευση κυκλοφορίας, είμαι παγιδευμένη.
Καταδικασμένη να επιβεβαιώνω τη στενοφοβία μου. Τον πανικό που παθαίνω όταν
νιώθω παγιδευμένη.
Και τελευταία, νιώθω έτσι
συνέχεια.



















